βαρύϋπνος

βᾰρῠ-ϋπνος, ον,
A sleeping heavily, Nonn.D.48.765.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • βαρύυπνος — βαρύυπνος, ον (Α) αυτός που κοιμάται βαριά …   Dictionary of Greek

  • βαρύυπνον — βαρύυπνος sleeping heavily masc/fem acc sg βαρύυπνος sleeping heavily neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βαρύυπνε — βαρύυπνος sleeping heavily masc/fem voc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ύπνος — Φυσιολογικό φαινόμενο, που χαρακτηρίζει όλα τα ανώτερα ζώα και συνίσταται σε αυτόματη αναστολή των νευρικών και ψυχικών δραστηριοτήτων, που μας συνδέουν με τον εξωτερικό κόσμο. Στη διάρκεια του ύ. είναι ελαττωμένα ο μυϊκός τόνος, η αρτηριακή… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.